ἐννότιος

ἐννότιος
ἐν-νότιος, α, ον, feucht

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • εννότιος — ἐννότιος, ία, ον και ἔννοτος, ον (AM) [νότιος] υγρός, νοτερός, νοτινός …   Dictionary of Greek

  • ἐννότιος — wet masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐννότιον — ἐννότιος wet masc acc sg ἐννότιος wet neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐννοτίῳ — ἐννότιος wet masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”